Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MBPsS BA, MA, MSc Psychology, Εκπαιδευτικό-Ψυχοεκπαιδεύτρια
Η ενθάρρυνση της αυτονομίας των παιδιών αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της αναπτυξιακής διαδικασίας, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια της αυτοπεποίθησης, της αυτοεκτίμησης και της ψυχικής ανθεκτικότητας. Η συνεχής παρέμβαση των ενηλίκων σε δραστηριότητες που τα παιδιά μπορούν να εκτελέσουν μόνα τους συχνά λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων (Montessori, 1967). Όταν οι ενήλικες παρεμβαίνουν υπερβολικά, αφαιρούν από το παιδί την ευκαιρία να αναγνωρίσει τις ικανότητές του και να αναπτύξει αίσθηση προσωπικής επάρκειας. Αντί να υποστηρίζεται η πρωτοβουλία, το παιδί λαμβάνει το μήνυμα ότι είναι ανεπαρκές ή ότι δεν αξίζει την εμπιστοσύνη (Dinkmeyer & Dreikurs, 2000). Αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς, συχνά ασυνείδητο, ενισχύει σχέσεις εξάρτησης και μειώνει την αίσθηση αυτονομίας.
Τα παιδιά, από πολύ μικρή ηλικία, εκδηλώνουν την επιθυμία να συμμετέχουν ενεργά στην καθημερινότητά τους. Οι ευκαιρίες για εξάσκηση πρακτικών δεξιοτήτων υπάρχουν παντού και είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξή τους. Ωστόσο, πολλοί γονείς, είτε για λόγους χρόνου είτε λόγω της επιθυμίας να προστατεύσουν τα παιδιά τους, αποθαρρύνουν αυτές τις πρωτοβουλίες (Erikson, 1963).
Η υπερπροστασια δεν ενισχυει την ασφαλεια του παιδιου, αλλα αντιθετως συχνα περιοριζει τη δυνατοτητα του να προσαρμοζεται στις δυσκολιες.
Η υπερβολική φροντίδα μπορεί να γεννήσει αισθήματα ανεπάρκειας και αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα το παιδί να καθίσταται συναισθηματικά εξαρτημένο από τον ενήλικα (Bowlby, 1988). Η συνεχής διαμεσολάβηση των γονέων ενδέχεται να αποτρέψει την ανάπτυξη της δεξιότητας επίλυσης προβλημάτων.
Η κατάλληλη στήριξη ενός παιδιού απαιτεί διακριτική καθοδήγηση, ενθάρρυνση και παροχή κατάλληλων ερεθισμάτων, προκειμένου το παιδί να βιώσει την επιτυχία και να διαχειριστεί την αποτυχία με θετικό και ενδυναμωτικό τρόπο (Vygotsky, 1978). Ένα παιδί που έχει συνηθίσει την υπερβολική προστασία, είναι πιθανό να δυσκολεύεται να διαχειριστεί την απογοήτευση και να αναπτύξει μια ρεαλιστική αντίληψη της ζωής. Αντιλαμβάνεται τη δυσκολία ως αδικία ή απειλή και όχι ως μέρος της φυσιολογικής εμπειρίας (Adler, 1930).
Σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά αυτά εμφανίζουν δυσκολίες στη διαχείριση του θυμού αλλά και στις ματαιώσεις. Ο ρόλος του γονέα είναι να «διευκολύνει» τη μάθηση και όχι να την «αντικαταστήσει». Η παρουσία του γονέα παραμένει καίρια, όχι όμως ως πηγή απόλυτου ελέγχου ή προστασίας. Η ενεργητική παρατήρηση, η διακριτική παρέμβαση όταν είναι αναγκαία, και η παροχή χώρου για εξερεύνηση είναι θεμελιώδεις στρατηγικές υποστήριξης. Ο γονέας λειτουργεί ως «φίλτρο» εμπειριών, επιτρέποντας στο παιδί να επεξεργαστεί σταδιακά την πολυπλοκότητα της ζωής (Winnicott, 1965).
Συμπεράσματα
Η ανάπτυξη της αυτονομίας στα παιδιά απαιτεί μια ισορροπημένη στάση από την πλευρά των ενηλίκων. Η υπερπροστατευτικότητα δεν αποτελεί μορφή φροντίδας αλλά περιορισμό στην ελευθερία και την προσωπική ανάπτυξη. Αντί για υποκατάσταση, χρειάζεται κατανόηση, εμπιστοσύνη και καθοδήγηση. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, τα παιδιά διαμορφώνουν τη δική τους ταυτότητα και αποκτούν τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν αυτόνομα και αποτελεσματικά στη ζωή.
Βιβλιογραφία
Adler, A. (1930). The education of children. Greenberg Publisher.
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Dinkmeyer, D., & Dreikurs, R. (2000). Encouraging children to learn. Routledge.
Erikson, E. H. (1963). Childhood and society. W. W. Norton & Company.
Montessori, M. (1967). The absorbent mind. Holt, Rinehart and Winston.
Vygotsky, L. S. (1978). Mind in society: The development of higher psychological processes. Harvard University Press.
Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. International Universities Press.


